Τὸ Καθολικὸ τῆς μονῆς, δηλαδὴ ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία της, εἶναι ἕνας μικρὸς χαριτωμένος ναός, 12,2 Χ 5,4 μέτρων, σταυροειδὴς μὲ τροῦλλο, ἀφιερωμένος στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, μὲ τὸ Ἱερό του Βῆμα νὰ εἶναι προσανατολισμένο πρὸς τὰ βορειοανατολικά, λόγῳ περιορισμῶν τοῦ χώρου.
Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ σταυροειδοῦς μὲ τροῦλλο ναοῦ ἐκφράζει τὴν τελειότερη σύλληψη χριστιανικοῦ ναοῦ. Τὸ ἀρχιτεκτονικὸ κέντρο ἀντιστοιχεῖ στὸ κέντρο τῆς ἴδιας τῆς σημασίας τοῦ ναοῦ καὶ γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ κέντρο, ἀρχιτεκτονικὸ καὶ λογικό, ταξινομοῦνται τὰ διακοσμητικὰ θέματα. Ὅλα ἐδῶ ὑπόκεινται σ᾿ ἕνα γενικὸ σχέδιο, ποὺ ἑρμηνεύει τὴν καθολικότητα τῆς ἐκκλησίας, καὶ δὲν ὁδηγοῦν στὴν ἀπόκτηση μιᾶς μοναχικῆς στείρας αὐτοσυγκέντρωσης, ἀλλὰ ἀντίθετα δημιουργοῦν τὶς κατάλληλες συνθῆκες ποὺ θὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐνσωματωθεῖ στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἔρθει κοντὰ στὸν Θεό.
Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ σώζονται σὲ καλὴ σχετικὰ κατάσταση, ἂν σκεφθοῦμε ὅτι ἔγιναν πρὶν τέσσερις περίπου αἰῶνες. Οἱ ζημιὲς ποὺ ἔχουν ὑποστεῖ εἶναι ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη, τὴ φθορὰ τοῦ χρόνου καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ὑγρασία. Εἶναι αὐθεντικές, χωρὶς κάποια ἐπιζωγράφιση. Ἡ μοναδικὴ ἐπέμβαση ἔγινε γιὰ καθαρισμὸ ἀπὸ τὴν αἰθάλη καὶ συντήρηση τὴ δεκαετία τοῦ 1980 ἀπὸ τὴν ἁρμόδια Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία.
Ἁγιογράφος
Στὴ σχετικὴ ἐπιγραφὴ πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο στὸν Κυρίως Ναό, τὸ ὄνομα τοῦ ἁγιογράφου δὲν ἀναφέρεται. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα πρόκειται γιὰ τὸν μαθητὴ τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός, τὸν Κρητικὸ ἁγιογράφο Τζώρτζη ἢ Ζώρζη, ὅπως φαίνεται ἀπὸ ἔρευνα ποὺ πραγματοποιήθηκε σχετικὰ μὲ τὰ ὑλικὰ καὶ τὴν τεχνικὴ ζωγραφικῆς στὰ Καθολικὰ τῶν μονῶν Μεγάλου Μετεώρου, Δουσίκου καὶ Ρουσάνου.
Ὁ Ζώρζης (Γιώργης) ἦταν ἁγιογράφος τοῦ 16ου αἰώνα, ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἐκπροσώπους τῆς πρώιμης μεταβυζαντινῆς ζωγραφικῆς. Ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητὸς, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐπηρεάστηκε τεχνοτροπικά.
Στὰ 1547 βρέθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἁγιογράφησε τὴ μονὴ Διονυσίου. Τὸ 1552 ἦρθε στὴ Θεσσαλία, ὅπου εἰκονογράφησε τὸ Καθολικὸ τῆς μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, τὸ Καθολικὸ τῆς μονῆς Δουσίκου (1557) καὶ τὸ Καθολικὸ τῆς μονῆς Ρουσάνου (1560). Στὰ 1568 ξαναβρέθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος ἁγιογραφώντας τμῆμα τοῦ Καθολικοῦ τῆς μονῆς Δοχειαρίου.
Στὸν Τζώρτζη ἀποδίδεται, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἁγιογραφίες τῶν Καθολικῶν ποὺ προαναφέρθηκαν, καὶ μία σειρὰ φορητῶν εἰκόνων.
Χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τῆς τεχνικῆς του εἶναι ἡ προτίμηση στὰ σκοτεινὰ χρώματα καὶ ἡ χρήση ἔντονων φωτοσκιάσεων στὶς μορφὲς τῶν τοιχογραφιῶν, οἱ ὁποῖες διακρίνονται γιὰ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴ σχηματικότητά τους, ἔτσι ὥστε αὐτὲς νὰ ἐμφανίζονται ἔντονες καὶ ζωντανές.
Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Κυρίως Ναοῦ, τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ Ἐσωνάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ τῆς μονῆς Ρουσάνου ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ λαμπρότερα τοιχογραφικὰ σύνολα τῆς μεταβυζαντινῆς ζωγραφικῆς κατὰ τὸ β´ μισὸ τοῦ 16ου αἰώνα.
Ὁ ἁγιογράφος φαίνεται νὰ ἔχει θεολογικὴ παιδεία, νὰ γνωρίζει τὶς εἰκονογραφικὲς ἀναζητήσεις καὶ τάσεις τῆς ἐποχῆς του καὶ νὰ προσαρμόζει μὲ δημιουργικὸ τρόπο τὶς ἁγιογραφίες καὶ τὰ σχέδιά του στὸ μικρὸ σχετικὰ Καθολικὸ μὲ τὶς περιορισμένες ἐπιφάνειες.
Ἀκολούθησε τὴν τεχνικὴ τῆς νωπογραφίας (Fresco), κατὰ τὴν ὁποία οἱ χρωστικὲς οὐσίες ἐφαρμόζονται στὴν ἐπιφάνεια τοῦ τοίχου ὅσο τὸ κονίαμα εἶναι ὑγρό, τεχνικὴ ποὺ ἀπαιτεῖ ταχύτητα, ἀκρίβεια, ἐπιδεξιότητα καὶ ἕνα ὀργανωμένο συνεργεῖο ἁγιογράφων καὶ τεχνιτῶν.


Ἐσωνάρθηκας - Λιτή
Ἑκατέρωθεν τῆς εἰσόδου πρὸς τὸν ἐσωνάρθηκα σχηματίζονται δύο ἀβαθεῖς κόγχες. Στὴ δεξιὰ ὑπάρχει εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ἐνῶ στὴν ἀριστερὴ βρίσκεται εἰκόνα τῶν ἁγίων κτιτόρων, Ἰωάσαφ καὶ Μαξίμου, ποὺ ἁγιογραφήθηκαν διὰ χειρὸς Βλασίου Τσοτσώνη κατὰ τὸ ἔτος 2015.
Ἀφοῦ διαβοῦμε τὴ θύρα, εἰσερχόμαστε στὸν ἐσωνάρθηκα, ὁ ὁποῖος εἶναι σχεδὸν τετράγωνος, μὲ διαστάσεις 4 Χ 4 περίπου μέτρων, καὶ καλύπτεται ἀπὸ ἑνιαῖο ἐλλειψοειδῆ θόλο, ποὺ στηρίζεται σὲ τέσσερα μικρὰ ἁψιδώματα - τόξα.
Στὸν βορειοανατολικὸ τοῖχο τοῦ νάρθηκα κυριαρχεῖ ἡ ἁγιογραφικὴ ἐπιβλητικὴ πολυπρόσωπη σύνθεση τῆς Μέλλουσας Κρίσης. Δὲν τοποθετεῖται βέβαια τυχαῖα ἐδῶ. Ὁ πρόναος ἦταν παλιὰ ὁ χῶρος γιὰ τοὺς κατηχουμένους, τοὺς πιστοὺς ποὺ ἀκόμη δὲν εἶχαν βαπτιστεῖ. Ἔτσι ἁγιογραφεῖται ἀνάλογα. Μὲ τὶς σκηνὲς τῶν μαρτυρίων τῶν ἁγίων οἱ κατηχούμενοι ἐμπνέονται καὶ ἀποκτοῦν στὸν πνευματικό τους ἀγώνα πρότυπα, προετοιμάζονται νὰ δώσουν γιὰ τὸν Χριστὸ ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τους τὴ ζωή. Ἀτενίζοντας τὴ Δευτέρα Παρουσία κατανοοῦν ὅτι δὲν εἶναι χωρὶς ἀνταμοιβὴ οἱ ὅποιες θυσίες.
Ἐδῶ ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας δὲν διακρίνουμε στὰ πρόσωπα τῶν μαρτύρων ἐκφράσεις φόβου ἢ πόνου οὔτε στὰ πρόσωπα τῶν δημίων διαφαίνεται κάποια σκληρότητα ἢ κακία· ἀπεναντίας ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἱλαρὰ καὶ φαιδρά.

Στὸ κέντρο εἰκονογραφεῖται ἡ «Ἑτοιμασία τοῦ Θρόνου» τοῦ Θεοῦ καὶ ἑκατέρωθεν γονυπετεῖς ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα. Κάτω ἀπὸ τὸν θρόνο, ἀριστερὰ εὐχαριστημένος στέκεται ὁ πλησίον, ὁ συνάνθρωπος τὸν ὁποῖον βοηθήσαμε, ἐνῶ δεξιὰ λυπημένος καὶ μὲ τὸ χέρι ἀκόμη ἁπλωμένο ὁ συνάνθρωπος ποὺ δὲν βοηθήσαμε. Ἀντίστοιχα ἀναγράφονται τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφʼ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε (…) ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφʼ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.» (Ματθ. 25, 40-45)
Ὑψηλότερα τοῦ Θρόνου πρὸς τὰ ἀριστερὰ οἱ Δίκαιοι καὶ πιὸ κάτω ὁ παράδεισος σὲ δύο ἐπίπεδα. Στὸ πρῶτο βλέπουμε τὴν Παναγία μὲ σεβίζοντες ἀγγέλους καὶ στὸ δεύτερο τὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ ποὺ κρατᾶ στοὺς κόλπους του τὸν πτωχὸ Λάζαρο καὶ τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων, ποὺ ἀπεικονίζονται σὰν μικρὰ παιδιά, γιὰ νὰ φανεῖ ἔτσι ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ καθαρότητά τους. Πρῶτος στὸν Παράδεισο εἰσέρχεται ὁ μετανοημένος καλὸς ληστὴς ποὺ σταυρώθηκε μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ εἶπε τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου». Τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποία φυλάσσει ἕνας ἄγγελος (ἑξαπτέρυγο χερουβείμ), ἀνοίγει, μὲ τὸ κλειδὶ ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ἀπόστολος Πέτρος.


Στὰ δεξιὰ εἰκονίζεται ἡ κόλαση, μὲ τὸν πύρινο ποταμό, μέσα στὸν ὁποῖο διακρίνουμε ἄνδρες, γυναῖκες, γέρους, νέους, βασιλεῖς ἀλλὰ καὶ μοναχούς. Ὅλοι ἀνώνυμα πρόσωπα. Ὁ ἁγιογράφος μᾶς ὀνοματίζει μόνο τρία ἀπὸ αὐτά: τὸν Ἄρειο, ἕναν αἱρετικὸ τοῦ 4ου αἰώνα, τὸν πλούσιο καὶ τὸν Ἀντίχριστο. Δείχνει ἔτσι ὅτι πρωταρχικὴ σημασία ἔχει ἡ ὀρθὴ πίστη, ποὺ συνοδεύεται βέβαια ἀπὸ τὴν ὀρθοπραξία καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον.
Ἐντυπωσιακὴ ἐπάνω ἀπὸ τὸν πύρινο ποταμὸ εἶναι ἡ παράσταση ποὺ ὀνομάζεται «Ἀπόδοσις τῶν νεκρῶν». Ἡ θάλασσα καὶ ἡ γῆ, προσωποποιημένες μὲ τὴ μορφὴ γυναικῶν, ἀποδίδουν, ἐπιστρέφουν στὴ ζωὴ τοὺς νεκρούς. Εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀνάστασης ὅλων τῶν ἀνθρώπων, δικαίων καὶ ἀδίκων. Κάτω ἀπὸ τὸν πύρινο ποταμὸ οἱ τιμωρίες τῆς κολάσεως: ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος, ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, ὁ τάρταρος καὶ τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον.
Πάνω ἀπὸ τὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου στὸν Κυρίως Ναὸ εἰκονογραφοῦνται τρεῖς ἄγγελοι: ὁ μεσαῖος κρατᾶ τὸν ζυγὸ τῆς δικαιοσύνης, ὁ δεξιὸς μία τρίαινα, μὲ τὴν ὁποία ἀπομακρύνει τοὺς δαίμονες ποὺ πᾶνε νὰ ἁρπάξουν τὶς ψυχές, καὶ ὁ ἀριστερὸς εἰλητάρια, ποὺ ἀναγράφουν τὶς καλὲς πράξεις τῶν κρινομένων. Ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ ζυγαριὰ δὲν γέρνει πρὸς τὴν πλευρὰ μὲ τὸ μεγαλύτερο βάρος, ὅπου ὑπάρχουν οἱ ἁμαρτίες, συμβολίζοντας ἔτσι τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους καὶ τὶς ἀνεξερεύνητες θεῖες βουλὲς κατὰ τὴ Μέλλουσα Κρίση.

Στὸν θόλο ἀναπτύσσονται εἰκαστικὰ οἱ Αἶνοι, ἡ εἰκονογραφικὴ δηλαδὴ ἀπόδοση τῶν τριῶν τελευταίων ψαλμῶν τοῦ Δαβίδ. Στὸ κέντρο ὁ «Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Παντοκράτωρ» καὶ γύρω του τὰ ἐννέα ἀγγελικὰ τάγματα καὶ τὰ σύμβολα τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν. Τριγύρω «νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων», ποὺ τὸν ὑμνολογοῦν καὶ τὸν δοξάζουν. Ὁ ψαλμωδὸς παρουσιάζει ὄχι μόνον τοὺς ἀνθρώπους νὰ ὑμνοῦν τὸν Θεὸ ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δημιουργήματα, τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά, ἀκόμη καὶ τὰ ἄψυχα, ὅπως τὰ βουνὰ καὶ τὰ καιρικὰ φαινόμενα (πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα καταιγίδος). Ὅλα αὐτὰ ἄριστα τὰ ἔχει ἀπεικονίσει μὲ τὸν χρωστήρα του ὁ ἐξαίρετος ἁγιογράφος. Ἡ δημιουργία, ὁ κόσμος στὸ σύνολό του, εἶναι ἡ περίτρανη ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τοῦ πανσόφου Θεοῦ!
Στοὺς ὑπόλοιπους τρεῖς τοίχους ἀναπτύσσονται τριάντα ἕξι σκηνὲς μαρτυρίων σὲ ἐπάλληλες ὁριζόντιες ζῶνες.
Ἑκατέρωθεν τῆς εἰσόδου στὸν Κυρίως Ναὸ ὑπάρχουν -στὰ δεξιὰ- ἕνα μικρὸ προσκυνητάρι μὲ φορητὴ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ἔργο μοναχῆς τῆς μονῆς, καὶ -στὰ ἀριστερὰ- τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Βαρβάρας, Παντελεήμονος, Προκοπίου καὶ Μοδέστου.
Κυρίως Ναός
Ὁ Κυρίως Ναὸς τοῦ Καθολικοῦ εἶναι «ἁγιορείτικου» ἢ «ἀθωνικοῦ» τύπου σταυροειδὴς δικιόνιος ἐγγεγραμμένος μὲ πολυγωνικὸ τροῦλλο, ποὺ στηρίζεται σὲ δύο κίονες στὰ δυτικὰ καὶ δύο πεσσοὺς στὰ ἀνατολικά. Νοτιοανατολικὰ καὶ βορειοδυτικὰ σχηματίζονται δύο πλευρικὲς κόγχες, ὅπου βρίσκονται οἱ χοροὶ τῶν ψαλτηρίων. Ὁ πολυγωνικὸς τροῦλλος δεσπόζει μὲ τὸ ὕψος του σὲ ὅλο τὸ μοναστηριακὸ συγκρότημα.
Σύμφωνα μὲ ἐπιγραφὴ ποὺ βρίσκεται στὸν Κυρίως Ναὸ πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο καὶ κάτω ἀπὸ τὴν παράσταση τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ ἔγινε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1560, τριάντα ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ μοναστηριοῦ, ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ ἱερομονάχου Ἀρσενίου. «Ἱστορήθη ὁ πάνσεπτος καὶ θεῖος οὗτος ναὸς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῆς Μεταμορφώσεως διὰ συνδρομῆς, κόπου καὶ ἐξόδου τοῦ ὁσιωτάτου ἐν ἱερομονάχοις καὶ ἡγουμένου τῆς σεβασμίας αὐτῆς μονῆς κυροῦ Ἀρσενίου· ἐπὶ ἔτους ,ζξθ´, μηνὶ Νοεμβρίω κ´, ἰνδικτιῶνος δ´». Τὸ ὄνομα τοῦ ἁγιογράφου δὲν ἀναγράφεται στὴν ἐπιγραφή.
Οἱ ἁγιογραφίες ἀναφέρονται στὸν Χριστολογικὸ Κύκλο (Δωδεκάορτο, Πάθη καὶ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου), στὸν Θεομητορικὸ Κύκλο (Γέννηση, Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου), καθὼς καὶ στὸν Ἁγιολογικὸ Κύκλο (προπάτορες, προφῆτες, ἀσκητές, στυλίτες κ.ἄ. ἅγιοι).

Πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, εἰκονίζεται ἡ πολυπρόσωπη παράσταση τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Στὸ κέντρο ἡ Θεοτόκος καὶ ἀπὸ πάνω ὁ Ἰησοῦς νὰ παραλαμβάνει τὴν ψυχή της, ποὺ εἰκονίζεται ὡς νήπιο. Τριγύρω ἕνα πλῆθος ἀγγέλων, ἀποστόλων, ἁγίων καὶ πιστῶν ποὺ θρηνοῦν. Ἑκατέρωθεν εἰκονογραφοῦνται οἱ μελωδοὶ Κοσμᾶς ὁ ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ καὶ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ποὺ ἔχουν συνθέσει περίφημους ὕμνους γιὰ τὶς ἀκολουθίες τῆς σχετικῆς ἑορτῆς.
Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῆς πύλης στέκουν οἱ Ἀρχάγγελοι τῶν Ἄνω Δυνάμεων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, ὁλόσωμοι καὶ ἐπιβλητικοί, ὡς ἄγρυπνοι φρουροί.
Τέμπλο

Στὸ τέμπλο σήμερα ἔχουν τοποθετηθεῖ καὶ δύο εἰκόνες τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἁγιογράφησε στὰ 1779 ὁ ἁγιογράφος Κωνσταντῖνος ἀπὸ τὴν Πύλη. Στὴ μία ὁ Ἰησοῦς εἰκονίζεται στηθαῖος μὲ ἀνοικτὸ εὐαγγέλιο νὰ εὐλογεῖ καὶ στὴν ἄλλη ἁγιογραφεῖται ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος.

Οἱ εἰκόνες φέρουν ὑπογραφὴ μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες: «Knat Porta», ὅπως δηλαδὴ συνήθιζε νὰ ὑπογράφει ὁ ἁγιογράφος Κωνσταντῖνος ἀπὸ τὴν Πόρτα, τουτέστιν τὸ χωριὸ Πύλη τοῦ νομοῦ Τρικάλων. Τοῦ ἰδίου ἁγιογράφου εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ποὺ ἔχει ἁγιογραφηθεῖ ὡς ἄγγελος.
Ἱερὸ Βῆμα
Στὸ Ἱερὸ Βῆμα, ὅπου τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, οἱ ἁγιογραφίες ἔχουν ἀνάλογο δογματικὸ καὶ εὐχαριστιακὸ χαρακτήρα.
Σὲ χῶρο δίπλα στὴν Πρόθεση εἰκονίζεται γονατιστὸς καὶ χωρὶς φωτοστέφανο κάποιος μοναχὸς νὰ θυμιᾶ. Ἴσως πρόκειται γιὰ τὸν ἱερομόναχο καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς (μέσα 16ου αἰῶνος), τὸν Ἀρσένιο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐπιγραφὴ τῆς ἁγιογράφησης τοῦ ναοῦ ὡς χορηγός της.



Τοιχογραφίες Ἱεροῦ Βήματος. Εὐχαριστιακὸς κύκλος.