Η Μονή
Η Ἱερὰ Μονὴ Ρουσάνου - Ἁγίας Βαρβάρας βρίσκεται στὰ Ἅγια Μετέωρα, δίπλα στὸ δυτικὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν Καλαμπάκα καὶ τὸ Καστράκι πρὸς τὰ μοναστήρια τῶν Μετεώρων. Εἶναι κτισμένη πάνω σ’ ἕναν κατακόρυφο βράχο ἑξήντα περίπου μέτρων, σὲ ὑψόμετρο 484 μέτρων ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας. Ὁλόκληρο τὸ πλάτωμα τῆς κορυφῆς του (500μ2) καλύπτεται ἀπὸ τὸ κτηριακὸ συγκρότημά της, ποὺ φαντάζει σὰν φυσικὴ ἀπόληξη, δένοντας τὰ ποικίλα φυσικὰ καὶ δομημένα συστατικὰ σ’ ἕνα ἁρμονικὸ σύνολο.
Τριγύρω της τὸ πέτρινο δάσος τῶν Μετεώρων μὲ τὶς ἱερὲς μονές. Ἀπέναντί της πρὸς βορρᾶ βρίσκεται ἡ μονὴ Βαρλαὰμ καὶ πίσω ἀπʼ αὐτὴν ἡ μονὴ τοῦ Μεγάλου Μετεώρου. Πρὸς τὰ βορειοδυτικὰ ἡ μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ ἐνῶ πρὸς τὰ νοτιοανατολικὰ οἱ μονὲς τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου.
Ὁ ἐπισκέπτης ἀπὸ τὸν βορεινὸ ἐξώστη τοῦ Ρουσάνου ἀντικρίζει τὶς ἐρειπωμένες μονὲς τοῦ Παντοκράτορος, τοῦ Προδρόμου καὶ τῆς Ἁγίας Μονῆς. Ἀπὸ τὸν νότο φαίνονται οἱ Φυλακὲς τῶν Μοναχῶν (Παναγία τῶν Φυλακῶν) στὸν γιγαντόλιθο μὲ τὴν ὀνομασία Στῦλος Σταγῶν, τὸ σύμπλεγμα βράχων Κουμαριές, Παλαιοκρανιὲς καὶ Λιανομόδια, καθὼς καὶ τὰ βράχια τῶν κατεστραμμένων σήμερα μονυδρίων Ἁγίου Εὐστρατίου καὶ Ταξιαρχῶν. Κοντά της ἐπίσης βρισκόταν καὶ τὸ μονύδριο τοῦ Καλλιστράτου καθὼς καὶ τὸ Κελλίον τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ ἡ ἀκριβὴς τοποθεσία τους εἶναι ἀβέβαιη, ἐνῶ στὰ ἀνατολικά της δεσπόζει ὁ βράχος τῆς Ψαροπέτρας μὲ τὴν ἐκπληκτικὴ θέα πρὸς ὅλο τὸ μετεωρικὸ τοπίο.

Η ονομασία
Δὲν εἶναι γνωστὸ γιατί ἡ μονὴ ὀνομάζεται Ρουσάνου. Ἴσως ἡ ἐπωνυμία νὰ ὀφείλεται στὸν πρῶτο οἰκιστὴ τοῦ βράχου ἢ στὸν κτίτορα τοῦ πρώτου ναοῦ κατὰ τὸν 13ο ἢ 14ο αἰώνα.
Ἡ πρώτη γραπτὴ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος Ρουσάνου βρίσκεται στὸ λεγόμενο «Γράμμα ἱστορικὸν» ἢ «Χρονικὸν τῶν Μετεώρων», γραμμένο λίγο μετὰ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1529, ποὺ κάνει λόγο γιὰ «τὴν μονὴν τοῦ Ρουσάνου» ποὺ μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγα ἔτη ἦταν «ἠρημωμένη τῶν κατοίκων».
Πάντως καὶ σὲ ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς τρίτης δεκαετίας τοῦ 16ου αἰώνα ἡ μονὴ ἀναφέρεται μὲ τὸ ὄνομα Ρουσάνου, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει πὼς καὶ πιὸ πρὶν εἶχε ἐπικρατήσει αὐτὴ ἡ ὀνομασία. Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ ἱερομόναχοι Ἰωάσαφ καὶ Μάξιμος, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1527 καὶ 1529, ἀνέβηκαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὸν ἀπότομο μετεωρίτικο βράχο, αὐτὸς ὀνομαζόταν ἤδη ἀπὸ τότε «λίθος τοῦ Ρουσάνου».
Ἔχει διατυπωθεῖ καὶ ἡ ἄποψη ποὺ συνδέει τὸ ὄνομα Ρουσάνου κατὰ παραφθορὰ μὲ τὸ ὄνομα Ἀρσένιος (> τοῦ Ἀρσενίου > τʼ Ἀρσάνου > Ρουσάνου)· ὅμως ἱερομόναχος Ἀρσένιος, ποὺ ἦταν καὶ ἡγούμενος τῆς μονῆς, μνημονεύεται γιὰ πρώτη φορὰ στὰ 1560, ἐνῶ τὸ ὄνομα Ρουσάνου ἀναφέρεται καὶ παλαιότερα.
Τὸ 1859 ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Ρουσάνου Θεοδόσιος ἀνέφερε στὸν ἑλληνομαθῆ Ρῶσο περιηγητὴ καὶ ἀρχιμανδρίτη Πορφύριο Οὐσπένσκι (Порфирий Успенский) τὴν ἄποψή του πὼς τὸ μοναστήρι κτίσθηκε ἀπὸ δύο εὐγενεῖς Ρώσους νέους, ποὺ εἶχαν ἔρθει ἐδῶ ἀπὸ τὴ μακρινὴ πατρίδα τους πρὶν πολλὰ χρόνια, ἄγνωστο πότε ἀκριβῶς. Ἀρχικὰ ἐγκαταστάθηκαν στὸ γειτονικὸ χαμηλὸ βράχο, γνωστὸ σὰν «Παλαιὸ Ρουσάνου». Ἀργότερα ἀνέβηκαν στὸν ὑψηλότερο, ὅπου καὶ σήμερα βρίσκεται τὸ μοναστήρι. Ὁ Οὐσπένσκι ἀπέρριψε τὴν ἄποψη αὐτὴ καὶ ἐξέφρασε τὴ γνώμη πὼς τὸ πρῶτο μικρὸ μοναστήρι τὸ ἔκτισε κάποιος ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ θεσσαλικοῦ χωριοῦ Ρουσάνι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πῆρε καὶ τ’ ὄνομά του.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς ἡ λέξη Ρουσάνος συναντᾶται σὲ διάφορες περιοχὲς εἴτε ὡς βαφτιστικὸ εἴτε ὡς ἐπώνυμο (π.χ. Παχώμιος Ρουσάνος).
Ἡ λέξη Ρουσάνου θὰ μποροῦσε ἐπίσης νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴ λέξη ροῦσος (<λατινικὴ russus=κόκκινος· πβ. ἰταλικὴ rosso) ποὺ σημαίνει κοκκινοτρίχης, ξανθοκόκκινος, κοκκινωπός, πυρόξανθος. Καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὶς κοκκινωπὲς ἀποχρώσεις ποὺ ἔχει ὁ βράχος, ἰδίως ὅταν τὸν κοιτάζει κανεὶς ἀπὸ ὁρισμένη ὀπτικὴ γωνία κάποιες ὧρες τῆς ἡμέρας. Ἄλλωστε, καὶ ἡ λέξη Ρουσάνος, ὡς βαφτιστικὸ ὄνομα ἢ ὡς ἐπώνυμο, ἀπὸ τὴ λέξη ροῦσος ἐτυμολογεῖται.
Οἱ διάφορες ἄλλες ὀνομασίες ποὺ παραδίδονται καὶ αὐτὲς ἀπὸ παλιὰ (τοῦ Ρουσάνη, τοῦ Ρουσιάνου, τῶν Ρωσάνων, τοῦ Ρουσάμη ἢ Ὀρσάμη, τ’ Ἀρσάνου ἢ τ’ Ἀρσᾶν) ὀφείλονται σὲ παραφθορές, παρετυμολογίες ἢ καὶ διαλεκτικὲς ἀποκλίσεις κατὰ τὴ χρήση τῆς λέξης στὸν θεσσαλικὸ προφορικὸ λόγο.
Ἀπὸ παλιά, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι ἀκριβῶς γνωστὸ ἀπὸ πότε, ἡ μονὴ ἔχει καὶ τὴν ἐπωνυμία τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, πρὸς τιμὴν τῆς ὁμώνυμης ἁγίας Μεγαλομάρτυρος ποὺ ἔζησε τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ. Πιθανὸν ἀπὸ τὸ 1744/45 καὶ ἐντεῦθεν, ποὺ ἦρθε στὴν κατοχὴ τοῦ μοναστηριοῦ ὡς εὐλαβικὸ προσκύνημα καὶ τιμητικὸ ἀγλάισμα τμῆμα τῆς κάρας τῆς Ἁγίας, νὰ ἀπέκτησε ἡ μονὴ καὶ τὴν ἐπωνυμία αὐτή. Φυλάσσεται μάλιστα στὸ μοναστήρι καὶ μία μικρὴ παλαιὰ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς μεγαλομάρτυρος.
